Δικαστική Άφεση Ποινής: Καινοτόμος Ρύθμιση και προβληματισμοί

Δικαστική Άφεση Ποινής: Καινοτόμος Ρύθμιση και προβληματισμοί

Για πρώτη φορά, το ποινικό σύστημα της χώρας ενσωματώνει έναν νέο, υποχρεωτικό λόγο δικαστικής άφεσης ποινής, εντάσσοντας την αποκαταστατική δικαιοσύνη ως εργαλείο για την αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ θύματος και θύτη.

Με την προσθήκη του άρθρου 104 Β στον Ποινικό Κώδικα (όπως τροποποιήθηκε με το Ν.4855/2021), παρέχεται η δυνατότητα στα δικαστήρια να αποφασίσουν τη μη επιβολή ποινής, εφόσον λάβουν υπόψη παράγοντες όπως τις συνθήκες του εγκλήματος (πλημμέλημα), την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, τη συμπεριφορά του μετά την πράξη, τη ζημιά που προκλήθηκε και τις γενικές συνέπειες από την πράξη του. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να μην επιβάλει καμία ποινή.

Οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να αποφασιστεί η άφεση της ποινής αναφέρονται στο άρθρο 104 Β του Ποινικού Κώδικα και περιλαμβάνουν:

Το δικαστήριο μπορεί να απονείμει άφεση στον υπαίτιο πλημμελήματος εφόσον:

  • η βλάβη ή ο κίνδυνος που προκλήθηκαν από την πράξη του ήταν ελάχιστης σοβαρότητας,
  • ο υπαίτιος έχει προσπαθήσει να αποκαταστήσει τη ζημιά, δείχνοντας αληθινή μετάνοια,
  • ο υπαίτιος έχει υποστεί σοβαρές συνέπειες από την πράξη του, ή
  • έχει παρέλθει μεγάλος χρόνος από την τέλεση της πράξης.


Επίσης, αν έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς η διαδικασία αποκατάστασης μεταξύ του θύματος και του υπαίτιου, το δικαστήριο δεν θα επιβάλει ποινή.

Η νέα αυτή διάταξη συνιστά μια εξέλιξη σε σχέση με τις προϋπάρχουσες διατάξεις που αφορούσαν συγκεκριμένα αδικήματα, όπως η υπαναχώρηση από την τέλεση εγκλημάτων ή η ψευδορκία. Στο παρελθόν, η αποφυγή ποινής προβλεπόταν μόνο για ορισμένα αδικήματα, ενώ σήμερα, ο δικαστής έχει μεγαλύτερη ευχέρεια να αποφασίσει την μη επιβολή ποινής, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου τα πραγματικά περιστατικά οδηγούν σε ενοχή του κατηγορουμένου.

Ένα καινοτόμο στοιχείο του άρθρου 104 Β είναι η αναγνώριση της αποκαταστατικής δικαιοσύνης. Για πρώτη φορά στο ποινικό μας σύστημα, η διάταξη αυτή επιτρέπει τη μη επιβολή ποινής, αν το θύμα και ο δράστης έχουν αποκαταστήσει τη σχέση τους και έχουν συμφωνήσει από κοινού για την αποζημίωση της ζημιάς που προκλήθηκε. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο υποχρεούται να παρέχει "χάρη" στον υπαίτιο, δίνοντάς του την ευκαιρία να επανενταχθεί στην κοινωνία χωρίς τις συνέπειες μιας καταδικαστικής απόφασης.

Παρ' ότι η νέα διάταξη έχει υποστηρικτές, υπάρχει και κριτική. Ορισμένοι επικαλούνται το άρθρο 47 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει την αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας να απονέμει χάρη. Αυτοί υποστηρίζουν ότι η απονομή χάριτος είναι αποκλειστική αρμοδιότητα του νομοθέτη και του Προέδρου της Δημοκρατίας και όχι του δικαστή.

Αντίθετα, άλλοι θεωρούν ότι η διάταξη αυτή προσφέρει μεγαλύτερη ευχέρεια στον δικαστή να επιλέξει τη μη επιβολή ποινής, εφόσον πληρούνται οι συνθήκες του άρθρου 104 Β. Ειδικά σε πλημμελήματα, η άφεση μπορεί να εφαρμοστεί ακόμη και όταν το θύμα δηλώνει ότι δεν επιθυμεί την ποινική δίωξη, χωρίς να υπάρχει νομική συνέπεια από αυτή τη δήλωση.

Συνολικά, η νέα αυτή διάταξη ενισχύει την ευχέρεια των δικαστών να αποφασίσουν την άφεση ποινής, παρέχοντας ένα σύγχρονο εργαλείο ευχέρειας και ευελιξίας στο ποινικό δίκαιο. Παρά τα πλεονεκτήματα, η εφαρμογή της παραμένει σύνθετη, καθώς απαιτεί αξιολόγηση πολλών παραμέτρων και η ενδεχόμενη δυσκαμψία στην εφαρμογή της είναι αναπόφευκτη.